Παραμυθένιες Πολιτείες


Παραμυθένιες Πολιτείες

Ένα παραμύθι… χωρίς Όνομα!
A’. ΤΟ ΔΑΣΟΣ
ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ο γερο-Βασιλιάς Συνετός πως μετρήθηκαν πια
οι μέρες του, φώναξε το γιο του, το νέο Αστόχαστο, και του είπε:
– Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ήλθε η
ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια σου την κυβέρνηση
του Κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις
σαν καλός βασιλιάς.
Β’. ΠΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ και λαμπρό παλάτι του Συνετού Α’, μόνος ο
ψηλός πύργος έμενε κατοικήσιμος. Όλα τ’ άλλα δωμάτια, οι μεγάλες
σάλες, οι διάδρομοι, οι στρατώνες είχαν γκρεμίσει. Ο ψηλός πύργος
ήταν και αυτός σε κακά χάλια. Κανένας δε φρόντισε ποτέ να επι-
διορθώσει τους πεσμένους σοβάδες. Και ο άνεμος περιδιάβαζε και
σφύριζε ελεύθερα στις άδειες κάμαρες, όπου από τα περισσότερα
παράθυρα έλειπαν τα γυαλιά.
Οι χοντροί όμως τοίχοι βαστούσαν ακόμα. Κι εκεί, σε μετρημένα
δωμάτια, περιορίζουνταν ο Βασιλιάς και η οικογένεια του.
Γ’. ΣΤΟ ΦΤΩΧΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΦΡΟΝΗΣΗΣ
Το Βασιλόπουλο χτύπησε την πόρτα.
– Ποιος είναι; ρώτησε από μέσα μια γυναικεία φωνή. Συνέχεια
Advertisements